ἀντιπληκτίζω
ἀντιπληκτίζω, struggle with
ἀντιπληκτίζω,
- struggle with, πρός τινα Tz. ad Lyc. 930.
luchar
πρός τινα
ἀντιπληκτίζω, dagegenschlagen, Schol. Lycophr. 930.
ἀντιπληκτίζω, struggle with
luchar
πρός τινα