ἀντλητής
ἀντλ-ητής, οῦ, ὁ,
- = ἀντλητήρ I, PLond. 1.131r311 (i A.D.), al., Ptol. Tetr. 179.
el que saca agua, SB 9699.311 (I d.C.), Ptol.Tetr.4.4.5.
ἀντλητής, ὁ, = ἀντλητήρ, Callim.