ἀντλητικός
ἀντλητικός, for irrigation
ἀντλ-ητικός, ή, όν,
- for irrigation, ἄξων POxy. 137.20 (vi A.D.); suitable for irrigation, κτήματα PFlor. 148.3 (iii A.D.).
que sirve para el riego
κτήματα
βοῦν
ἄξων