ἀπαμφιασμός
ἀπαμφι-ασμός, ὁ,
- = foreg., metaph., τοῦ τρόπου Corn. ND 30.
revelación
ὁ παρὰ τοὺς πότους ... ἀ. τοῦ τρόπου
ἀπαμφιασμός, οῦ (ὁ) action de dévêtir, Corn. 178.
Étym. ἀπαμφιάζω.
ἀπαμφιασμός, ὁ, Entkleidung, Entüllung, Sp.