ἀπαναχωρέω
ἀπαναχωρέω, pass away
ἀπαναχωρ-έω,
- pass away, Olymp. in Grg. p.367 J.; v.l. for ἐπαναχωρέω, J. BJ 2.21.5:—Subst. ἀπαναχώρ-ησις, εως, ἡ, v.l. for ἐπαναχώρησις, D.S. 25.6.
marcharse
op. μένειν
• c. gen.
μετὰ τὸ ἀ[παναχω]ρῆσαί σε ἐμοῦ
• c. prep.
πρὸς τοὺς Γαλάτας
ἀπ·αναχωρέω-ῶ, s’éloigner de, gén. Jos. B.J. 2, 21, 5.
Étym. var. ἀναχωρέω.
ἀπαναχωρέω, weg- u. zurückgehen, Aristid.