ἀπαυθαδέω Save Bailly 2024 Pape ἀπ·αυθαδέω-ῶ [θᾱ] c. ἀπαυθαδίζομαι, Cels. (Orig. 1, 852 Migne). Étym. ἀ. αὐθάδης. ἀπαυθαδέω, [θᾱ], = ἀπαυθαδίζομαι, Sp.