ἀπαυθαδιάζοντες Save LSJ ἀπαυθᾱδιάζοντες· μεγαλοφρονοῦντες, AB 419, Hsch., Suid.:—Med., -ιάζομαι, = ἀπαυθαδίζομαι, Phlp. in Mete. 7.35; reject boldly, Hld. 7.19.