ἀπερείσιος
ἀπερείσιος, countless
ἀπερείσιος, ον,
- = ἀπειρέσιος (q.v.); ἀπερείσιʼ ἄποινα countless ransom, Il. 1.13, al.; ἕδνα 16.178; δῶρα A.R. 1.419; ἄλγος AP 7.363.
ἀπερείσιος, ος, ον, c. ἀπειρέσιος, Il. 1, 13.
ἀπερείσιος, ep. = ἀπειρέσιος, Hom. oft ἀπερείσιʼ ἄποινα, z.B. Il. 1.13, viel Lösegeld ; ἀπ. ἕδνα Il. 16.178, Od. 19.529.
ἀπερείσιος
[metathesis of ἀπειρέσιος.]
Not to be reckoned, of very great amount or value: ἄποινα Il. 1.13 = 372, Il. 6.49 = Il. 11.134, Il. 6.427, Il. 9.120 = Il. 19.138, Il. 10.380, Il. 24.276, 502, 579, ἕδνα Il. 16.178: Od. 19.529.
ἀπερείσιος : see ἀπειρέσιος.
ἀπερείσιος
ἀπειρέσιος
- ἀπερείσιʼ ἄποιναcountless ransom.