ἀπερωπός
ἀπερωπός, inconsiderate, cruel
ἀπερωπός, όν,
- inconsiderate, cruel, A. Ch. 600; expl. by ἀναιδής, σκληρός, οἷον ἀπερίοπτος καὶ ἀπερίβλεπτος by Phryn. PS p.10 B., cf. EM 120.41, Hsch. Adv. -πῶς· θαυμαστῶς, ἀδοκήτως, Id.