ἀπερίψυκτος
ἀπερίψυκτος, free from chill
ἀπερί-ψυκτος, ον,
- free from chill, τηρεῖν Gal. 11.475, cf. Sor. 2.14.
que no se enfría
τοὺς ἀλειψομένους ἀπεριψύκτους τηρεῖ
τόποι
ἀ·περίψυκτος, ος, ον, non rafraîchi, Gal.
Étym. ἀ, περιψύχω.
ἀπερίψυκτος, nicht erkältet, Galen.