ἀπολέπω
ἀπολέπω, to peel off, flay
ἀπολέπω, aor. 2 Pass. ἀπελέπην Hsch.:—
- peel, skin, ἀ. μάστιγι τὸ νῶτον cj. Ruhnk. in E. Cyc. 237; ὥσπερ ᾠὸν τὸ λέμμα Ar. Av. 673; θπίδακος ἀπολελεμμένας τὸν καυλόν with the stalk peeled, Epich. 158.
- 2 lop off, στεῦτο ἀπολεψέμεν οὔατα χαλκῷ Il. 21.455 (dub.l.).
1 cortar, rebanar
οὔατα χαλκῷ
2 pelar
κρόμμυα
ὥσπερ ᾠὸν ... ἀπολέψαντα ... τὸ λέμμα
quitando la cáscara como a un huevoθρίδακος ἀπολελεμμένας τὸν καυλόν
ἀπο·λέπω :
1 peler, Ar. Av. 673 ||
2 écorcher, Eur. Cycl. 237.
ἀπολέπω, abschälen, Ar. Av. 673, ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τὸ λέμμα, abhäuten : μάστιγι τὸ νῶτον, abgerben, Eur. Cycl. 237 ; Sp.
†ἀπολέπω
[ἀπο- 1.]
Fut. infin. ἀπολεψέμεν.
To slice off: οὔατα Il. 21.455.
ἀπολέψας (τὸν ὠὸν) ῥόφησον
quitando la cáscara al huevo sórbelo
ἀπολέπω , fut. inf. ἀπολεψέμεν: peel off, ‘lop off,’ οὔατα, Il. 21.455† (v. l. ἀποκοψέμεν).
ἀπολέπω
- to peel off, flay, Eur., Ar.