ἀπόλεμμα
ἀπόλεμμα, skin
ἀπόλεμμα, ατος, τό, (ἀπολέπω)
- skin, D.C. 68.32.
piel del cuerpo humano
τὰ ἀπολέμματα ἐνεδύοντο
ἀπόλεμμα, ατος (τὸ) pelure, DC. 62, 32.
Étym. ἀπολέπω.
ἀπόλεμμα, τό, das Abgeschälte, die Haut, D.Cass.