ἀπομυκάομαι
ἀπομυκάομαι, to bellow loudly
ἀπομῡκάομαι,
- bellow loud, AP 9.742 (Phil.).
ponerse a mugir
ὡς πολλάκις με κἀπομυκᾶσθαι θέλειν
ἀπο·μυκάομαι-ῶμαι [ῡ] pousser un mugissement, Anth. 9, 742.
ἀπομυκάομαι, [ῡ], aufbrüllen, Philipp. 49 (IX.742).
ἀπομυκάομαι
- Dep. to bellow loudly, Anth.