ἀπομφολύγωτος
ἀπομφολύγωτος, making no bubbles
ἀπομφολύγωτος [ῠ], ον,
- making no bubbles, Dsc. 5.99.
que no burbujea de cocimientos
τὸ ἀ. καὶ καλῶς ξηρὸν γενέσθαι
ὕδωρ
ἀ·πομφολύγωτος, ος, ον [ῡ] qui ne forme pas de bulles, Diosc. 5, 116.
Étym. ἀ, πομφολυγόω.
ἀπομφολύγωτος, ohne Blasen aufzuwerfen, Diosc.