ἀποταρταρόομαι
ἀποταρταρόομαι, suffer hell
ἀποταρτᾰρόομαι, metaph.,
- suffer hell, ἐν ταῖς ἀποβολαῖς ταῖς χρημάτων Phld. Herc. 1251.20.
sufrir penas propias del Tártaro fig.
ἐν ταῖς ἀποβολαῖς ταῖς χρημάτων