ἀπότεγμα
ἀπότεγμα, product
ἀπότεγμα, ατος, τό, (τίκτω)
- product, νοῦ καὶ λόγου Sophon. in de An. 52.30.
resultado, producto
νοῦ καὶ λόγου
ἀπότεγμα, product
resultado, producto
νοῦ καὶ λόγου