ἀπροαιρεσία
ἀπροαιρεσία, inconsistency
ἀπροαιρ-εσία, ἡ,
- inconsistency, Hp. Ep. 17; prob. in Sammelb. 4317.5 (ii/iii A. D.), for τῆς σῆς σαπροεραισει.
temeridad, falta de reflexión
ὁ δὲ αὐτέων κατακρίνει τὴν ἀπροαρεσίην
χάρειν τῆς σῆς {σ}ἀπροεραίσει
ἀπροαιρεσία, ion. ἀπροαιρεσίη, ης (ἡ) défaut de choix préalable, défaut de réflexion, Hpc. 1283, 37.
Étym. ἀπροαίρετος.
ἀπροαιρεσία, ἡ, Unvorsätzlichkeit, Hippocr.