Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀπροβούλως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀπρεπώδης
ἀπρεπῶς
ἄπρηκτος
ἄπρητον
ἀπρήϋντος
Ἀπριάτη
ἀπριάτην
ἀπρίατος
ἄπριγδα
ἀπριγδόπληκτος
ἀπριγκτόπληκτα
Ἀπρίης
ἀπρικτόπληκτος
Ἀπρίλιος
ἀπρίξ
ἄπριστος
ἀπρίωτος
ἀπροαιρεσία
ἀπροαίρετος
ἀπροαιρέτως
ἀπροαισθήτως
ἀπρόβατος
ἀπρόβλητος
ἀπρόβολος
ἀπροβουλευσία
ἀπροβούλευτος
ἀπροβουλεύτως
ἀπροβούλητος
ἀπροβουλία
ἀπρόβουλος
ἀπροβούλως
ἀπρόγνωστος
ἀπρόγραφος
ἀπροδιηγήτως
ἀπρόδικος
ἀπρόεδρος
ἀπρόθεσμος
ἀπρόθετος
ἀπροθέτως
ἀπροθυμία
ἀπρόθυμος
ἀπροθύμως
ἀπροϊδής
ἀπροϊδῶς
ἄπροικος
ἀπροϊσία
ἀπρόϊτος
ἀπροκάλυπτος
ἀπροκαλύπτως
ἀπροκατασκεύαστος
ἀπροκοπία
ἀπρόκοπος
ἀπρόκοπτος
ἀπροκρίτως
ἀπρόληπτος
ἀπρόλογος
ἀπρομήθεια
ἀπρομήθευτος
ἀπρομηθεύτως
ἀπρομήθης
ἀπρομηθής
…
ἀπροβούλως
Save
Bailly 2024
ἀ·προβούλως,
adv.
sans défiance,
Eschl.
Ch.
620
.
Étym.
ἀ, πρόβουλος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}