ἀπρόϊτος
ἀπρόϊτος, not proceeding
ἀπρό-ϊτος [ῐ], ον,
- not proceeding or emanating (cf. ἀπρόοδος), Dam. Pr. 34; θερμή Gal. 14.729. Adv. -τως Hsch.
1 de animados que no sale al exterior
ὁ Διόσκορος σήμερον δέκα ἡμέραι (l. ἡμέρας) ἀπρόϊτός ἐστιν
ἄρκτος
ἄνθρωπος
• en sent. fil. que no emana
ἐκεῖνο ἄρα πάντῃ ἀπρόϊτον, οὐδὲ ἔλλαμψιν ἀφ' ἑαυτοῦ προϊέμενον εἰς οὐδὲν τῶν πάντων
•
ἀπρόϊτος· ἀνέξοδος
2 intolerable
σημειούμεθα δὲ τοὺς πυρέττοντας ἐκ τῆς θερμῆς τῆς ἐπιτεταμένης καὶ ἀπροΐτου οὔσης
diagnosticamos a los que tienen fiebre por el calor intenso e intolerable
3 neutr. subst. τὸ ἀπρόϊτον Ephr.Syr.3.425F.
ἀ·πρόϊτος, ος, ον, qui ne sort pas, Chrys. 6, 51.
Étym. ἀ, πρόειμι.