ἀπρυτάνευτος
ἀπρυτάνευτος, without payment of πρυτανεῖα
ἀπρῠτάνευτος [τᾰ], ον,
- without payment of πρυτανεῖα (q.v.), δίκαι Milet. 3 No.147.31.
que no comporta pago de pritanía
δίκαι