ἀπρόχυτος Save DGE ἀπρόχυτος -ον que no se puede verter τὸν δὲ μόλιβδον ἐγχεθέντα παγῆναι καὶ μένειν ἀπρόχυτον Gr.Nyss.Or.Catech.8 (p.45.1).