ἀπτερύσσομαι Save LSJ DGE ἀπτερύσσομαι, = foreg., Archil. 49 Diehl (ap. Sch. Arat. 1009); cf. ἀπταρύσσεται. ἀπτερύσσομαι batir las alas κήρυλος Archil.120.3.