ἀπόδομα
ἀπόδομα, gift, offering
ἀπόδομα, ατος, τό,
- gift, offering, LXX Nu. 8.13 sq.
1 entrega, pago
ἀργυρίου
σπερμάτων
2 pago final, liquidación, PIand.146.5.13 (II a.C.).
ἀπόδομα, ατος (τὸ) offrande, Spt. Num. 8, 12.
Étym. ἀποδίδωμι.