ἄποδος
ἄποδος, not having the use of one’s feet
ἄποδος, ἡ,
- Ion. for ἄφοδος,
- II = ἄπους, not having the use of oneʼs feet, Tab. Defix. Aud. 159 A 44 (Rome, ca. 400 A.D.).
que no tiene patas
1 ἄποδος, v. ἄφοδος.
2 ἄποδος, gén. d’ἄπους.
ἄποδος ¹, ἡ, ion. = ἄφοδος, Her.