ἀριθμοποιός
ἀριθμοποιός, creating number
ἀριθμοποιός [ᾰ], όν,
- creating number, Dam. Pr. 245.
creador del número
τῆς μὲν πρώτης ... τὸ προοδικὸν ἀριθμοποιόν (λέγεται)
ἀριθμοποιός, creating number
creador del número
τῆς μὲν πρώτης ... τὸ προοδικὸν ἀριθμοποιόν (λέγεται)