ἀριστότατος
ἀριστότατος, η, ον, late superlative formation from ἄριστος, Rev.Phil. 46.127 (Miscamus).
el más excelente con mucho
ἄνδρας ἀριστοτάτους κατέχει ... Αἵδης
el más excelente con mucho
ἄνδρας ἀριστοτάτους κατέχει ... Αἵδης