ἁρπακτήριος
ἁρπακ-τήριος, ον,
- = ἁρπακτικός, Lyc. 157.
rapaz, ladrón Lyc.157.
ἁρπακτήριος, ος, ον, c. ἁρπακτικός, Lyc. 157.
ἁρπακτήριος, räuberisch, πόθος Lycophr. 157.
rapaz, ladrón Lyc.157.