ἀρρενώπας Save Bailly 2024 Pape ἀρρενώπας, ου (ὁ) c. ἀρρενωπός, Crat. fr. 305 Mein. ἀρρενώπας, = ἀρρενωπός, Cratin. bei Eust. 1751.50 (τὰ μὲν ἄλλα γύννις ὢν ἔχων τι ἀνδρόμορφον).