ἀρρητουργικός
que versa sobre misterios subst. τὰ ἀ.:
οἱ μηχανικοὶ καὶ οἱ τὰ ἀρρητουργικὰ γράφοντες
ἀρρητουργικός, = ἀρρητοποιός, Schol. Lycophr. 738.
que versa sobre misterios subst. τὰ ἀ.:
οἱ μηχανικοὶ καὶ οἱ τὰ ἀρρητουργικὰ γράφοντες