ἀρχαιογονία
ἀρχαιογονία, origin
ἀρχαιο-γονία, ἡ,
- origin of a race, Eust. 1156.54, etc.
origen
ἡ παρ' Ἕλλησιν ἀ.
ἀ. αὐτῆς (sc. Ἀττικῆς)
ἀρχαιογονίαν δὲ γράφοντες
τῶν ἁμαρτημάτων
ἀπὸ ἀρχαιογονίας
ab origine
• esp. del origen del mundo
ἀρχαιογονίας λόγους ἐξέθετο
ἀρχαιογονία, ας (ἡ) origine antique, Rhét. 2, 139, 25 W., etc.
ἀρχαιογονία, ἡ, alter Ursprung, Tzetz.