ἀσπιδόδουπος
ἀσπιδόδουπος, clattering with shields
ἀσπῐδό-δουπος, ον,
- clattering with shields, Pi. I. 1.23.
de escudos resonantes
ἔν τ' ἀσπιδοδούποισιν ὁπλίταις δρόμοις
ἀσπιδό·δουπος, ος, ον [ῐ] qui retentit du bruit du bouclier, Pd. I. 1, 23.
Étym. ἀ. δοῦπος.
ἀσπιδόδουπος, schildrauschend, δρόμος, Waffenlauf, Pind. I. 1.23.
ἀσπῐδόδουπος
- 1with ringing shields ἔν τʼ ἀσπιδοδούποισιν ὁπλίταις δρόμοις I. 1.23
ἀσπιδόδουπος
- clattering with shields, Pind.