ἀσπιδής Save LSJ Pape ἀσπῐδής, v. σπιδής. ἀσπιδής, v.l. Il. 11.754 διʼ ἀσπιδέος πεδίοιο. neben διὰ σπιδέος πεδίοιο, Scholl. Herodian. u. Aristonic., vgl. σπιδής.