ἀτόπημα
ἀτόπημα, absurdity
- absurdity, S.E. M. 1.80.
- 2 strange sight or occurrence, POxy. 1557.6 (iii A.D.), al.
- 3 offence, PTeb. 303.11 (ii A. D.), Procop. Pers. 1.24.
1 algo fuera de lugar, absurdo
αὐτοί μοι δοκοῦσι τούτων αἰσθόμενοι τῶν ἀτοπημάτων εἰς τὴν ἀπονίαν ... ὑποφεύγειν
μετριώτερα τῶν Διονυσίου ἀτοπημάτων
• tontería, necedad
πάντες ἂν εἰς μανείαν (l. μανίαν) καὶ εἰς ἕτερα ἀτοπήματα κατέτρεχον
• desarreglo
πρὸς ἀ. τι τῶν γυναικῶν
2 agravio, ofensa, delito
περὶ ὧν εἰς ἡμᾶς διεπράξατο ἀτοπημάτων
τοὺς ἐπί τινι ἀτοπήματι καταδικασθέντας θανεῖν νενόμιστο
ὅσων γὰρ ἀτοπημάτων ἔνοχος φαίνεται
• falta, descuido en el desempeño de un cargo
ὡς μηδὲν ἀ. γενέ[σ]θαι
3 accidente, desgracia
μὴ ἀσφαλῶς [ἔχοντας το]ῦ τύχου (l. τοίχου) ἀτόπημά τι συνβη[...] ἐνίοις