ἀτράκτιον
ἀτράκτιον, τό, Dim. of ἄτρακτος, Epic. in Arch.Pap. 7.9: pl. (written ἀτράκτεια), POxy. 1740.2 (iii/iv A.D.).
huso pequeño
ἠλακάτια ἀτράκτια ἀργυρᾶ
ἀτράκτιον, τό, dim. zu ἄτρακτος, VLL.
huso pequeño
ἠλακάτια ἀτράκτια ἀργυρᾶ