ἀφέγγεια
ἀφέγγεια, want of light
ἀφέγγ-εια, ἡ,
- want of light, Max.Tyr. 40.4.
falta de luz, oscuridad
νύκτα καὶ ζόφον καὶ ἀφέγγειαν
ἀφέγγεια, ας (ἡ) obscurité, M. Tyr. 40, 4.
Étym. ἀφεγγής.
ἀφέγγεια, ἡ, Lichtlosigkeit, Max.Tyr.