ἀφαυαίνω
ἀφαυαίνω, starve, wither
- starve, wither, Thphr. HP 3.18.9:—Pass., ib. 4.2.11; to be parched, δίψῃ ἀφαυανθήσομαι Ar. Ec. 146, cf. Arist. Pr. 896a14, Lyc. ap. Orib. 8.25.17; ἵνα μὴ ζητῶν τὸν σύαγρον ἀφαυανθῇς Ath. 9.401e.
- 2 grill, roast, Hld. 2.19 (prob.), Porph. Abst. 4.20. (Cf. ἀπαυαίνω.)
I tr. en v. act.
1 desecar, secar
(κιττός) πάντα ... ἀφαυαίνει
(la hiedra) seca a todos (los árboles a los que se abraza)τὰς δὲ κηκίδας ἢ τοὺς φλοιοὺς τῆς ῥοιᾶς ... ἀφαυήνας
ποταμούς
(βασιλίσκος) πνεύματι μόνον καὶ βλέμματι πᾶν ἀφαυαίνει
λεπίδα ... ἀφαυήνας
habiendo secado la láminaπενίαν ψυχῆς ... ἀφαυάνας
πολλὰς ἀφαυαίνει τῶν ἡδονῶν τὸ γῆρας
2 chamuscar, tostar
(κριὸν) ἐπὶ τοῦ πυρὸς ... ἀφαυήναντες
II intr. en v. act. y med.
1 en v. act. desecarse, secarse de plantas
ξηραίνει γὰρ καὶ ἀφαυαίνει ὃ καλοῦσί τινες ἐξανεμοῦσθαι
2 en v. med.-pas. secarse, destruirse, consumirse del cordón umbilical, Arist.Pr.896a14, de plantas
ὥσπερ ἀφαυαινόμενα τὰ φύλλα συμπίπτειν φασίν
• fig. secarse, consumirse
δίψῃ ... ἀφαυανθήσομαι
ἀφαυάνθην ... γελῶν
me morí de risaἵνα ... μὴ ... ζητῶν τὸν σύαγρον ἀφαυανθῇς
τοὺς ἀκροωμένους ἐποίουν ἐπιλανθανομένους τῶν τροφῶν ... ἀφαυαίνεσθαι