ἀφείργω
ἀφείργω,
- = ἀπείργω (q. v.), pf. part. Pass. ἀφειργμένη Ael. NA 12.21.
ἀφ·είργω ou ἀφ·είργνυμι (part. pf. pass. ἀφειργμένος) c. ἀπείργω, El. N.A. 12, 21.
ἀφείργω, (ἀπείργω), ἀφειργμένη, eingesperrt, Aei. N.A. 12.21.