ἀφρόνη Save LSJ DGE Pape ἀφρόν-η, ἡ, = ἀφροσύνη, AB 472. ἀφρόνη -ης, ἡ necedad, AB 472. ἀφρόνη, ἡ, B.A. p. 472 erkl. ἀφροσύνη.