ἁλίρρηκτος
ἁλίρ-ρηκτος, ον,
- = ἁλιρραγής, δειράδες AP 7.278 (Arch.).
contra el que rompen las olas, rompiente
δειράδες
ἁλί·ρρηκτος, ος, ον [ᾰ] c. ἁλιρραγής, Anth. 7, 278.
ἁλίρρηκτος, δειράδες, meerbrechend, Archi. 33 (VII.278), wie ἁλιρραγής.