ἄμηνις
ἄμηνις, ιος, ὁ, ἡ, = sq., J. AJ 19.4.6.
no resentido
ἵλεων καὶ ἄμηνιν εἶναι ... παρακαλοῦντες
ἄ·μηνις, ιος (ὁ, ἡ) sans ressentiment, Jos. A.J. 19, 4, 6.
Étym. ἀ, μῆνις.
ἄμηνις, ohne Zorn, Jos.
no resentido
ἵλεων καὶ ἄμηνιν εἶναι ... παρακαλοῦντες