ἄρομα Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape ἄρομα, ατος, τό, f.l. for ἄρωμα (q.v.), Luc. Lex. 2, Ael. NA 7.8, cf. AB 450. ἄρομα v. 2 ἄρωμα. ἄρομα, ατος (τὸ) champ, El. N.A. 7, 8 ; 16, 14. Étym. ἀρόω ; cf. ἄρωμα. ἄρομα, τό, gepflügtes Ackerland, Ael. H.A. 7.8, 16.14.