ἄρος
ἄρος, use, profit, help
ἄρος [ᾰ], εος, τό,
- use, profit, help, f.l. in A. Supp. 885, cf. Hsch., Eust. 1422.19; cf. ἄρ-νυμαι.
- 2 = κοιλὰς ἐν αἷς ὕδωρ ἀθροίζεται ὁμόριον, Hsch.
- 3 = ἀκούσιον βλάβος, Id.; cf. ἀπαρές, ἀπηρής.
aljibe
ἐπ[ὶ τ]ὸν θῖνον ἄρον
ἄρος (τὸ) [ᾰ] seul. nomin. secours, Eschl. Suppl. 885.
Étym. cf. ἀρήγω.
ἄρος, (αἴρω), τό, Aesch. Suppl. 863, Nutzen.