ἄρωστος
ἄρωστος [ᾰ], ον, poet. for ἄρρωστος, AP 11.206 (Lucill.).
ἄρωστος, v. ἄρρωστος.
ἄρωστος, p. = ἄρρωστος, Lucill. 25.
ἄρωστος
- poet. for ἄρρωστος, Anth.