ἀρῳδιός Save LSJ Bailly 2024 ἀρῳδιός, v.l. for ἐρῳδιός, LXX Le. 11.19, al. ἀρῳδιός, οῦ (ὁ) c. ἐρῳδιός, Spt. Deut. 44, 15.