ἀρωματίτης
ἀρωμᾰτ-ίτης, ου, ὁ, fem. ἀρωμᾰτ-ῖτις, ιδος, ἡ,
- = ἀρωματικός, οἶνος Dsc. 5.54; σχοῖνος Str. 16.2.16.
aromático
οἶνος
κάλαμος
ἀρωματίτης, ὁ, οἶνος, mit Gewürz abgezogen, Diosc.