ἄστοργος
ἄστοργος, without natural affection
- without natural affection, ἄστοργος ψυχήν Aeschin. 2.146; ὥστοργος the heartless one, Theoc. 2.112, cf. Lyr.Alex. Adesp. 6.9; ἄ. γυνή Theoc. 17.43; ἄ. πρὸς τὰ ἔκγονα Clytus I, cf. IG 12(5).14 (Ios); ἄ. θάνατος cruel, AP 7.662 (Leon.), IG 3.1374.
- 2 without attraction, Plu. Fac.lun. 2.926f:—also ἀστόργης (sic) An.Ox. 1.50.
I
1 que ejerce poca atracción
ἄκρατοι καὶ ἄστοργοι καὶ μονάδες αἱ τῶν ὅλων ἀρχαί
2 que no siente amor, desalmado, cruel de mujeres
ἀστόργου δὲ γυναικὸς ἐπ' ἀλλοτρίῳ νόος αἰεί
ἡ ἄ. ἐγὼ πεπίστευκα
ὥστοργος
μούναν μ' ἀφεὶς ἄλοχον, ἄστοργ', ἄπεις
• de animales
ἄστοργον πρὸς τὰ ἔκγονα τὸ ὄρνεον
ᾍδης ... ἀστόργου θηρὸς ἔχων κραδίην
• fig.
ἀ. θάνατος
• gener. brutal y sin sentimientos
θηριώδη καὶ τὴν ψυχὴν ἄστοργον
II adv. -ως sin afecto
τοῖς ἀστόργ<ω>ς γονεῦσιν διακειμένοις
- without natural affection, Aeschin.; ὥστοργος (i. e. ὁ ἄστ.) the heartless one, Theocr.