ἀστονάχητος
ἀστονάχητος, without sighs
ἀστονάχητος [ᾰ], ον, = sq., IG 14.2111.
que no gime
γραῦς
ἀ·στονάχητος, ος, ον [νᾰ] qui ne gémit pas, Anth. App. 337.
Étym. ἀ, στοναχέω.
ἀστονάχητος, = ἄστονος, Ep.adesp. 696 (APP 337).
ἀστονάχητος
στοναχέω
- without sighs, Anth.