Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Ἀγαθονίκη
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀγαθοδαιμονητικός
ἀγαθοδαιμονιασταί
Ἀγαθοδαιμονιασταί
ἀγαθοδαιμονισταί
ἀγαθοδαίμων
Ἀγαθοδαίμων
ἀγαθοδοσία
ἀγαθοδότης
ἀγαθοδότις
ἀγαθόδωρος
ἀγαθοειδής
ἀγαθοεξία
ἀγαθοεργασία
ἀγαθοεργέτις
ἀγαθοεργέω
ἀγαθοέργημα
ἀγαθοεργής
ἀγαθοεργία
ἀγαθοεργικός
ἀγαθοεργός
ἀγαθοήθως
ἀγαθοθέλεια
ἀγαθοθελής
ἁγαθοί
Ἀγαθοκλεάδαι
Ἀγαθόκλεια
Ἀγαθοκλεῖος
Ἀγαθοκλῆς
ἀγαθολογέω
ἀγαθομιμήτως
Ἀγαθονίκη
Ἀγαθόνικος
ἀγαθοποιέω
ἀγαθοποίησις
ἀγαθοποιία
ἀγαθοποιΐα
ἀγαθοποιός
Ἀγαθόπους
ἀγαθοπρεπής
ἀγαθοπτικός
ἀγαθόρρυτος
ἀγαθός
Ἄγαθος
Ἀγαθός
Ἀγαθοσθένης
ἀγάθοσμον
Ἀγαθόστρατος
ἀγαθοσύμβουλος
ἀγαθοσύνη
ἀγαθότης
ἀγαθότυπος
ἀγαθοτυχέω
Ἀγαθοῦ δαίμονος νῆσος
ἀγαθουργ-
ἀγαθουργέω
ἀγαθουργία
ἀγαθουργικός
ἀγαθουργός
Ἀγαθοῦσσα
ἀγαθοφανής
ἀγαθοφιλής
…
Ἀγαθονίκη
Save
Bailly 2024
Ἀγαθο·νίκη,
ης
(
ἡ
) [
ᾰᾰῑ
] Agathonikè,
f.
Anth.
1, 18
.
Étym.
fém. du suiv.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}