About Report a problem

Menu

ἀγαθουργός

ἀγαθουργός -όν

que hace el bien, benéfico ψυχή Plu.2.1015e, op. κακοποιός Plu.2.370c, cf. 370e, f, ὁ θεῖος ἔρως Procl.in Alc.54, τὸ ἀγαθουργὸν ... ἀπονέμειν ... τοῖς θεοῖς Procl.in R.1.41.6, σειρὰν ἀγαθουργόν Procl.in R.1.97.30, v. ἀγαθοεργός 2 .
•Tal vez de *ἀγαθοοργός como n. de agente.

Saved

Recent