ἐγκάθετος
ἐγκάθετος, put in secretly, suborned
- put in secretly, suborned, προέδρους ἐ. ὑφέντες Pl. Ax. 368e, cf. D. Ep. 3.34, Plb. 13.5.1, Ev.Luc. 20.20, J. BJ 6.5.2. Adv. -τως, δημηγορεῖν D.S. 16.68.
- II of a child, = εἰσποιητός, Hyp. Fr. 56.
I
1 enviado como agente, que actúa como agente o a sueldo en una conspiración
προέδρους ἐγκαθέτους ὑφέντες κατεχειροτόνησαν τῶν ἀνδρῶν ἄκριτον θάνατον
τοῦ δήμου ... ὑπ' ἀνθρώπων ἐγκαθέτων διαβληθέντος
παρατηρήσαντες ἀπέστειλαν ἐγκαθέτους ὑποκρινομένους ἑαυτοὺς δικαίους εἶναι
τὸν Ἡρακλείδην ὑπώπτευον ἐγκάθετον εἶναι
• espía Phot.
• de abstr. enviado insidiosamente
κατηγορουμένους ... ὅτι ἐγκάθετον ἐκείνην τὴν προβολὴν τῆς πίστεως ἐποιησάμεθα
2 apostado en asechanza, al acecho
εἰ καὶ ἐ. ἐγενόμην ἐπὶ θύραις αὐτῆς (γυναικὸς ἀνδρὸς ἑτέρου)
ἐκύκλωσάν με ἐγκάθετοι
3 de un niño adoptado Hyp.Fr.56, cf. Phryn.309.
4 milit. enviado o estacionado
συνάξαι τὸν κατὰ πόλιν καὶ χώραν ... ἐγκάθετον στρατόν
• de un comes o prefecto, residente, fijo
οὐκ ἦν γὰρ πρώην ἐν τῇ ... Ἀντιοχείᾳ κόμης ἀνατολῆς ἐ.
5 subst. οἱ ἐγκάθετοι los colonos
(Ἀσσύριοι) ἐξ ὧν Σαμαρεῖται οἱ ἐ.
II adv. -ως insidiosa o venalmente
περισπωμένων ... ταῖς ψυχαῖς περὶ τοὺς ἐ. δημηγοροῦντας
• Adv., ἐγκαθέτως , hinterlistig, betrügerischer Weise, DS. 16.68.